Η ιστορία του χαλιού

Η ιστορία του χαλιούΗ ιστορία του χαλιού χάνεται στα βάθη των αιώνων με πολλές γραπτές μαρτυρίες από τον Όμηρο και τον Ξενοφώντα που εξυμνούν τα φημισμένα χαλιά της Τουρκίας, της Αιγύπτου και των Φοινικικών πόλεων. Η τέχνη της κατασκευής χαλιών πιθανότατα αναπτύχθηκε στην Κεντρική Ασία πάνω από μια χιλιετία πριν. Οι νομάδες και οι βουνίσιοι (κτηνοτρόφοι), ίσως είναι οι πρώτοι υφαντές, γιατί αυτοί είχαν τις πρώτες ύλες (από τα κοπάδια αιγοπροβάτων τους). Για να προστατευτούν από το κρύο και τις κακές καιρικές συνθήκες, κατασκεύαζαν προβειές, που πιθανότατα να τους έδωσαν την ιδέα να υφάνουν τα πρώτα χαλιά. Τα σχέδια σε αυτά τα χαλιά αποτελούνταν από γεωμετρικά ή καμπυλόγραμμα μοτίβα.

Η ιστορία του χαλιούΤο αρχαιότερο γνωστό χαλί ανακαλύφθηκε από τον αρχαιολόγο Ρουτένκο το 1947, σε ανασκαφές στον τάφο του πρίγκιπα Αλτάι, στη Σιβηρία. Είναι ολόμαλλο, οι διαστάσεις του είναι 200×183 εκ. και η πυκνότητά του είναι περίπου 360.000 κόμπους ανά τετραγωνικό μέτρο. Πιθανόν, κατασκευάστηκε στην Αρμενία γύρω στο 400 π.Χ. και λόγω του μεγάλου στρώματος πάγου που ήταν καλυμμένο, διατηρήθηκε σε πολύ καλή κατάσταση. Το χαλί εκθέτεται στο Μουσείο Ερμιτάζ, στην Αγία Πετρούπολη (Ρωσία).

Οι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι από τους Κινέζους και τους Ινδούς ήρθε η τέχνη του χαλιού στους Βαβυλώνιους και τους Πέρσες και από κει μεταφέρθηκε στη Μικρά Ασία. Στα βυζαντινά χρόνια πέρασε στα χέρια τα ελληνικά, σύμφωνα με μαρτυρία του Μαροκινού ταξιδευτή Ibn Battuta, που το 1333 περιηγήθηκε στη Μικρά Ασία και κάνει λόγο για σπίτια στρωμένα με “καλούς ελληνικούς τάπητες”. Από τότε η τέχνη παρέμεινε στα ελληνικά χέρια μέχρι την Καταστροφή του 1922.

Οι εξαγωγές χαλιών προς τη Δύση είχαν αρχίσει από τον 13ο αιώνα, εποχή κατά την οποία μόνο οι ανώτερες τάξεις ήταν σε θέση να αγοράσουν χαλιά. Με την αύξηση της ζήτησης οι χριστιανοί έμποροι χαλιών απευθύνθηκαν στους ομόθρησκούς τους πληθυσμούς σε περιοχές όπου η ταπητουργία ήταν άγνωστη, όπως στη Δυτική και Κεντρική Μικρά Ασία, στα Μύλασα, τα Άδανα, το Αφιόν Καρά Χισάρ, τα Βουρλά, την Κιουτάχεια, τη Φιλαδέλφεια, τη Σπάρτη, τη Σύλλη, αλλά και σε χωριά της Καππαδοκίας, όπως η Νίγδη, η Νεάπολη και η Καρβάλη.

Η ιστορία του χαλιούΤο σημαντικότερο από τα παραπάνω ταπητουργικά κέντρα, υπήρξε η Σπάρτη Πισιδίας. Σχεδόν κάθε σπίτι στη κωμόπολη αυτή, είχε, τουλάχιστον, και από ένα αργαλειό. Πολύ σύντομα, η «Σπάρτα», όπως ήταν γνωστή, κατέκτησε τη διεθνή αγορά με τα αξεπέραστης ποιότητας και ομορφιάς χειροποίητα χαλιά της. Ιδιαίτερα, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όπου δημιουργήθηκε η αστική τάξη και η συσσώρευση πλούτου αυξήθηκε, η ζήτηση του μικρασιατικού χειροποίητου χαλιού κορυφώθηκε, με τους Έλληνες μικρασιάτες να πρωτοστατούν στην ανάπτυξη της ταπητουργίας.

Όχι μόνο στη Σπάρτη, αλλά και στη Καππαδοκία, στον Πόρο, στη Σίλλη, στη Σινασσό, στο Προκόπι, στη Σεβαστεία (Sivas), στην Καισάρεια και σε δεκάδες άλλες περιοχές του εσωτερικού της Μικράς Ασίας, τα αργαλειά δουλεύουν ακατάπαυστα. Οι Έλληνες, εκτός από τις κατ’ οίκον παραγγελίες, ιδρύουν εργοστάσια παραγωγής χειροποίητων χαλιών και δραστηριοποιούνται έντονα με το εμπόριό τους. Αρκεί μόνο να αναφέρουμε τα ποσοστά συμμετοχής στη παραγωγή και εμπορία χαλιών σε όλη τη Μικρά Ασία: 90% Έλληνες, 8% Αρμένιοι και μόνο 2% Τούρκοι. Μέχρι που το 1914 ένας σεισμός καταστρέφει τη Σπάρτη και λίγα χρόνια μετά, το 1922, έρχεται η συμφορά της Μικρασιατικής τραγωδίας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *